Οι ακολουθούμενες πολιτικές φλερτάρουν με μια κρίση τύπου 1930…

Του Σπύρου Λαπατσιώρα, Αυγή

Η αμφισβήτηση του αξιόχρεου της Ιταλίας και της Ισπανίας, μέσω της ανόδου των επιτοκίων των ομολόγων, και η συζητούμενη (και εν πολλοίς αναμενόμενη) υποβάθμιση της πιστωτικής αξιοπιστίας της Γαλλίας αποτελούν αφενός μεν αναμενόμενα αποτελέσματα της στρατηγικής διαχείρισης της κρίσης που ακολουθείται στην ευρωζώνη, αφετέρου δε γεγονότα που δείχνουν τα όρια της υλοποίησης αυτής της στρατηγικής. Πλέον καθίσταται ορατό ότι οι ακολουθούμενες πολιτικές φλερτάρουν με μία παγκόσμια κρίση τύπου 1930 ψηλαφώντας τα κατώφλια έναρξής της.

Το ερώτημα που δημιουργείται από αυτό τον κίνδυνο και από το γεγονός ότι ο τρόπος παραγωγής αποφάσεων στην Ευρωζώνη ακολουθεί το πρότυπο: πιστωτικά γεγονότα στις αγορές χρέους – Σύνοδος Κορυφής η οποία δεν αντιμετωπίζει το κύριο ζήτημα αλλά δευτερεύουσες πλευρές, υιοθετώντας μέτρα τα οποία αποκηρύσσονταν προηγουμένως – αμφισβήτηση αυτών των αποφάσεων από τις αγορές, είναι αν οι διαμορφωτές πολιτικής στην Ευρώπη καταλαβαίνουν την κατάσταση ή αν δεν θέλουν να κάνουν ό,τι γνωρίζουν πως πρέπει.

Αν σκεφτούμε λίγο οριακά, καταλήγουμε σε μία παραλλαγή του δεύτερου σκέλους. Δεν είναι πρώτο θέμα στην ατζέντα η κρίση δημόσιου χρέους. Είναι αναμενόμενη, επιθυμητή μέσα σε ορισμένα όρια και πιστεύουν ότι, αν γίνει απειλητική για την αναπαραγωγή του συστήματος, έχουν τα εργαλεία για να την αντιμετωπίσουν (εξώθηση της ΕΚΤ στις αγορές ομολόγων από τη δευτερογενή, την πρωτογενή αγορά, με ευρωομόλογο, με ένα άλλο EFSF χωρίς την απαίτηση της αξιολόγησης ΑΑΑ φερ’ ειπείν, με κουρέματα, με…).

Πρώτο θέμα είναι η απόφαση ότι το κοινωνικό κράτος στην Ευρώπη πρέπει να πάψει να «θυμίζει σοβιετικό κράτος», όπως δίδαξαν για τη δωρεάν και δημόσια παιδεία οι δικοί μας μανδαρίνοι. Για να γίνει αυτό, για να πειστούν για παράδειγμα οι Γάλλοι με τις υψηλότατες δημόσιες και κοινωνικές δαπάνες ή οι Γερμανοί να δουλεύουν μέχρι τα 70, πρέπει να υπάρχει η απειλή επώδυνων συνεπειών από την αμφισβήτηση του αξιόχρεου.

Αυτόν τον ρόλο τον παίζουν οι αγορές. Αποτελεί κοινή γνώση ότι με τους τρέχοντες ρυθμούς μεγέθυνσης των εισοδημάτων και την ανοδική τάση των επιτοκίων τα διαθέσιμα εργαλεία των ελίτ για τη διαχείριση του αυξανόμενου δημόσιου χρέους είναι είτε η μείωση δημοσίων δαπανών (που δημιουργεί τάσεις ύφεσης και αύξησης του χρέους) είτε ο πληθωρισμός είτε η διαγραφή χρέους.

Επιπρόσθετα γνωρίζουν ότι το τραπεζικό σύστημα στην Ευρώπη έχει πολλά προβλήματα. Επομένως, μπροστά στον κίνδυνο να χάσουν λεφτά, αυξάνουν τα ασφάλιστρα κινδύνου και τα επιτόκια και δημιουργούν πίεση σταδιακά σε όλες τις χώρες (ας σκεφτούμε μόνο ότι με την υπάρχουσα μορφή του το EFSF θα μπορούσε να οδηγήσει το χρέος της Γερμανίας σε τριψήφια νούμερα πολύ γρήγορα).

Μία κίνηση που θα «κάλμαρε» τις αγορές θα ήταν για παράδειγμα μία εγγύηση από την ΕΚΤ για το υπάρχον χρέος όλων των χωρών της Ευρωζώνης (όπως υποστηρίζει και ο Wyplosz). Αλλά στο σημερινό θεσμικό πλαίσιο λήψης αποφάσεων στην Ευρωζώνη μία τέτοια εγγύηση θα δημιουργούσε τον «ηθικό κίνδυνο» στις κυβερνήσεις να ενδίδουν στις πολιτικές αντιστάσεις και να μην προχωρούν στις συμφωνηθείσες μεταρρυθμίσεις που απαιτεί το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα.

Επομένως, επειδή ο μόνος τρόπος να «καλμάρουν» οι αγορές σήμερα είναι να καταστραφεί το όπλο που ωθεί στις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, οι ηγέτες μας, παγιδευμένοι ανάμεσα στην ιδεοληψία (που επιτάσσει ο «αγνός» αγώνας μεταλλαγής των ευρωπαϊκών κοινωνιών) και τον πραγματισμό κάθε ηγεσίας που σέβεται το αστικό σύστημα, διαχειρίζονται την κατάσταση έτσι ώστε να κερδίζουν χρόνο για την υλοποίηση των κατάλληλων θεσμικών αλλαγών και να καλμάρουν τις αγορές όταν τα πράγματα ξεφεύγουν.

Αυτή η «καθυστέρηση» απέναντι στα γεγονότα είναι το αναγκαίο αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής, που θέλει να στοιχηθεί το πολιτικό σύστημα στις ταξικές προτεραιότητές της.

Πίστη αποτελεί η πεποίθηση, που δεν διαψεύδεται μέχρι στιγμής παρά τους κλυδωνισμούς που υφίσταται, ότι, αν επιμείνουν σταθερά σε αυτή την πολιτική, ακόμη και με κόστος μία «μικρή» ύφεση (ενδεχομένως και παγκόσμια), η δεκαετία που έρχεται θα σημάνει μία Νέα Ευρώπη ηθικά αποδεκτή από τον νεοφιλελευθερισμό, προπάντων ένα αλλαγμένο ασφαλιστικό σύστημα.

Στην πορεία αυτή μερικά ατυχήματα θα πρέπει να τύχουν διαχείρισης: χρεωκοπημένες χώρες, υψηλή ανεργία, πιθανές εξεγέρσεις, χρεωκοπημένες τράπεζες, διαμάχες όπως η τρέχουσα με τις φινλανδικές εγγυήσεις που προκαλείται από το ίδιο το πνεύμα αυτής της πολιτικής («ο χαμένος πληρώνει και τιμωρείται»), που θα δοκιμάσουν ακόμη και τη συνοχή της Ευρωζώνης – αλλά αυτά δεν έχει ο καπιταλισμός;

Πρόκειται για μία πολιτική που στηρίζεται στο ότι δε θα υπάρξουν πολιτικές αμφισβητήσεις αυτής της πορείας στις κοινωνίες της Ευρώπης και γι’ αυτό αποτελεί πολύ υψηλού ρίσκου πολιτική, η οποία αντιμετωπίζει στην τρέχουσα υλοποίηση τα όριά της επί ποινή επιστροφής του φαντάσματος του 1930. Αλλά, μπροστά στην υπόσχεση «αποσοβιετικοποίησης» της Ευρώπης και στην αυτοπεποίθηση που δημιουργείται από τις σχεδόν ανύπαρκτες κοινωνικές αντιστάσεις, όλα αυτά τους φαίνονται ένα ρίσκο που αξίζει να αναλάβουν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s