Η αβάσταχτη νεοφιλελεύθερη κατάντια των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατιών

αναδημοσίευση από το Red NoteBook

Επανατοποθετημένοι πρώτα ως καταναλωτές και έπειτα ως παραγωγοί (χωρίς να είναι καν απαραίτητο αυτό), εκείνη που κάποτε ήταν η «σοσιαλδημοκρατική βάση» διαλύθηκε μέσα σε ένα σύνολο μοναχικών καταναλωτών, αναγνωρίζοντας ως μοναδικό «κοινό συμφέρον» το συμφέρον των «φορολογούμενων».

Του Ζίγκμουντ Μπάουμαν

Μα το ξέρουν οι σοσιαλδημοκράτες ποιος είναι ο στόχος τους; Έχουν κάποια ιδέα ‘δίκαιης κοινωνίας’ για την οποία να αξίζει τον κόπο να αγωνιστεί κανείς; Αμφιβάλλω. Πιστεύω πως δεν έχουν. Πάντως όχι σ’ εκείνο το τμήμα του κόσμου στο οποίο ζούμε εμείς. Ο γερμανός τέως καγκελάριος Σρέντερ το απέδειξε με το γεγονός ότι θαμπώθηκε από τις ικανότητες του Τόνι Μπλερ καθώς και του Γκόρντον Μπράουν και είπε, μόλις πριν λίγα χρόνια, ότι δεν υπάρχει μια καπιταλιστική κοινωνία και μια άλλη σοσιαλιστική, η οικονομία είναι μόνο καλή ή κακή. Για πολύ καιρό, τουλάχιστον στα τελευταία τριάντα- σαράντα χρόνια, η πολιτική των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων αρθρωνόταν τον ένα χρόνο μετά τον άλλο με νεοφιλελεύθερους νόμους, σύμφωνα με την αρχή: «ό,τι και να κάνετε εσείς (η κεντροδεξιά), εμείς (η κεντροαριστερά) μπορούμε να το κάνουμε καλύτερα».

Κάποιες φορές, αν και δε συμβαίνει πολύ συχνά, κάποια ιδιαίτερα επιζήμια και αλαζονική πρωτοβουλία από την πλευρά των νομοθετών προκαλεί έναν σπαρτάρισμα στην παλιά σοσιαλιστική συνείδηση. Τότε, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, χωρίς τελικά να επιτευχθούν σπουδαία πράγματα, προβάλλεται το αίτημα μιας μεγαλύτερης φιλευσπλαχνίας και μιας μεγαλύτερης διορατικότητας απέναντι σ’ «αυτούς που έχουν περισσότερη ανάγκη» ή μια «ελάφρυνση του βάρους» για «εκείνους που πλήττονται περισσότερο» -μα ασφαλώς όχι πριν εκτιμήσουν τις συνέπειες για την δημοτικότητά τους σε περίπτωση εκλογών- και ακόμη πιο συχνά δανειζόμενοι φράσεις και όρους από τους «αντιπάλους».

Αυτή η κατάσταση έχει τις αιτίες δημιουργίας της: η σοσιαλδημοκρατία έχασε τη συγκεκριμένη συστατική της βάση – τα δικά της κοινωνικά οχυρά και προπύργια, εκείνους τους χώρους τους γεμάτους κόσμο, αυτούς που αποτελούν τους τελικούς αποδέκτες των πολιτικο-οικονομικών δράσεων, αυτούς που περιμένουν και ελπίζουν να ορίσουν διαφορετικά τον εαυτό τους και να τοποθετηθούν αλλιώς, διαφορετικά από μια μάζα θυμάτων, μέσα σε ένα ολοκληρωμένο συλλογικό υποκείμενο ενδιαφερόντων, αποτελώντας οι ίδιοι μια ημερήσια διάταξη και έναν πολιτικό οργανισμό. Αυτή η συστατική βάση κονιορτοποιήθηκε εντελώς, μετατράπηκε σε ένα σύνολο αυτοαναφορικών και εγωκεντρικών ατόμων, που ανταγωνίζονται το ένα το άλλο για μια δουλειά ή για μια προαγωγή, με μειωμένη συνείδηση της κοινής τους μοίρας και με ακόμη μικρότερη τάση να πυκνώνουν τις γραμμές τους και να ζητούν πράξεις αλληλεγγύης.

Η ‘αλληλεγγύη’ υπήρξε ένα ενδημικό φαινόμενο εκείνης της κοινωνίας των παραγωγών που έχει πια εξαφανιστεί. Δεν είναι παρά μια αυταπάτη που τρέφεται με  νοσταλγία μέσα στη σημερινή κοινωνία καταναλωτών. Τα μέλη αυτής της πανέμορφης νέας κοινωνίας είναι γνωστό ότι συνωστίζονται στα ίδια μαγαζιά την ίδια μέρα και την ίδια ώρα, καθοδηγούνται σήμερα «από το αόρατο χέρι της αγοράς» με την ίδια επιμέλεια που τους συνάθροιζαν τα αφεντικά και οι μίσθαρνοι ελεγκτές τους στα εργοστάσια μπροστά στην αλυσίδα συναρμολόγησης.

Επανατοποθετημένοι πρώτα ως καταναλωτές και έπειτα ως παραγωγοί (χωρίς να είναι καν απαραίτητο αυτό), εκείνη που κάποτε ήταν η «σοσιαλδημοκρατική βάση» διαλύθηκε μέσα σε ένα σύνολο μοναχικών καταναλωτών, αναγνωρίζοντας ως μοναδικό «κοινό συμφέρον» το συμφέρον των «φορολογούμενων».

Δεν πρέπει λοιπόν να απορεί κανείς αν αυτό που απομένει από τα σοσιαλδημοκρατικά κινήματα εστίασε την προσοχή του στο «μεσαίο στρώμα» (δεν είναι πολύς καιρός που ονομαζόταν «μεσαία τάξη»…) – και αφιερώθηκε στην υπεράσπιση των «φορολογουμένων» οι οποίοι δεν είναι πλέον ανοιχτά διαιρεμένοι από τα συμφέροντά τους και οι οποίοι έγιναν έτσι το μοναδικό «κοινό» από το οποίο φαίνεται εύλογο ότι είναι δυνατό να επιτευχθεί μια αλληλέγγυα εκλογική στήριξη. Και οι δύο πλευρές του σημερινού πολιτικού σκηνικού κυνηγούν και βόσκουν στην ίδια περιοχή, προσπαθώντας να πουλήσουν το πολιτικό τους προϊόν στους ίδιους πελάτες. Δεν υπάρχει χώρος για καμία «ουτοπία»! Ή τουλάχιστον όχι αρκετός για το διάστημα που χωρίζει τη μια περίοδο βουλευτικών εκλογών από την άλλη…

«Η αριστερά» – σημείωνε ο Ζοζέ Σαραμάγκου στις 9 Ιουνίου 2009 σε ένα ημερολόγιό του – «δε φαίνεται να έχει αντιληφθεί ότι μοιάζει πλέον πολύ με τη δεξιά». Κι αυτό ακριβώς συνέβη: έφθασε στο σημείο να «μοιάζει πολύ με τη δεξιά».

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

Πηγή: Social Europe Journal

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s