Σύνοδος κορυφής της ΕΕ: οικονομικό σφαγείο και ελληνικοί πανηγυρισμοί

Στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στις 4 Φλεβάρη η Γερμανία και η Γαλλία διατύπωσαν τις προτάσεις τους για την οικονομική σύγκλιση και την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους: υποχρεωτικός προέλεγχος των προϋπολογισμών από την ΕΕ, αναπαραγωγή του γερμανικού προτύπου των συνταγματικών ορίων στα ελλείμματα και αυτόματες περικοπές δαπανών με όλες τις συνέπειες που έχουν (απολύσεις, κλείσιμο δημόσιων επιχειρήσεων), υποχρεωτικές αναπροσαρμογές των μισθών και των εργασιακών σχέσεων προς τα κάτω στο όνομα δεικτών ανταγωνιστικότητας, πανευρωπαϊκή αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης στα 67.

Οι αλαλαγμοί χαράς με τους οποίους υποδέχτηκαν αυτές τις προτάσεις τα περισσότερα ελληνικά ΜΜΕ δεν αντανακλούν κάποια απότομη έκπτωση των ανώτερων εγκεφαλικών λειτουργιών δημοσιογράφων όπως η Όλγα Τρέμη ή ο Γιάννης Πρετεντέρης, αλλά τη βαθιά κρίση στρατηγικής της ελληνικής αστικής τάξης. Κρίση στρατηγικής που τους οδηγεί να πανηγυρίζουν την επέλαση της – γερμανικής – «ευρωπαϊκής» Οικονομικής Διακυβέρνησης και το σάρωμα και των τελευταίων απομειναριών εθνικής οικονομικής κυριαρχίας ως λύση για να «γίνουμε επιτέλους Ευρώπη».

Συνηθισμένη να τροφοδοτεί την κερδοφορία της μέσα από ένα συνδυασμό επιδείνωσης της θέσης των εργαζομένων, υπερεκμετάλλευσης των μεταναστών, αξιοποίησης των σχετικά φτηνών πιστωτικών ροών της πρώτης φάσης της ΟΝΕ και διαρκούς υπεράντλησης κρατικών και ευρωπαϊκών πόρων, η ελληνική ολιγαρχία βρέθηκε μέσα στη δίνη της οικονομικής κρίσης αντιμέτωπη με την οριακή αποτυχία του «αναπτυξιακού» μοντέλου της, ενός προτύπου δηλαδή καπιταλιστικής συσσώρευσης που δεν στηριζόταν σε ενδογενείς δυναμικές και σπαταλούσε την πραγματική αύξηση των δεξιοτήτων του συλλογικού εργαζομένου.

Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο σπεύδει τώρα να αποδεχτεί την πιο οριακή εκδοχή παράδοσης της εθνικής οικονομικής κυριαρχίας στους μηχανισμούς της ΕΕ και ουσιαστικά στις στρατηγικές επιλογές του γερμανικού κεφαλαίου. Όχι γιατί χαρακτηρίζεται από κάποια ιδιαίτερη έξη προς την υποτέλεια, αλλά μέσα από ένα συγκεκριμένο πολιτικό υπολογισμό, ιδίως από τη στιγμή που βαδίζουμε μέσω της «παράτασης της αποπληρωμής» σε μια ελεγχόμενη χρεοκοπία, δηλαδή σε διατήρηση της συνθήκης «έκτακτης οικονομικής κατάστασης» για δεκαετίες. Ένας τέτοιος συντονισμός των οικονομικών πολιτικών στην ΕΕ θα συνεπάγεται έναν «αυτόματο» καταιγισμό μέτρων λιτότητας και αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων που εδώ και χρόνια διεκδικούσαν οι δυνάμεις του κεφαλαίου: Διάλυση του δημόσιου τομέα, επέλαση ενάντια στα απομεινάρια κατακτήσεων των εργαζομένων, παράταση του εργάσιμου βίου, διαρκής μείωση των μισθών όχι μόνο στο δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό τομέα.

Το Γαλλογερμανικό σχέδιο για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση δεν είναι απλώς ένα σύνολο από δημοσιονομικές προτάσεις, ούτε πρόκειται να αποτελέσει την επίλυση του προβλήματος του χρέους. Αυτό θα το αναλάβουν γενικευμένες διαδικασίες «αναδιάρθρωσης του χρέους», ελεγχόμενης χρεοκοπίας και εσωτερικής υποτίμησης. Η συνταγματοποίηση της δημοσιονομικής ασφυξίας και η προληπτική απαγόρευση κάθε δυνατότητας αναδιανομής μέσω των κρατικών δαπανών θα είναι μόνο η μία πλευρά αυτής της στρατηγικής. Η εναρμόνιση των συνταξιοδοτικών και μισθολογικών πολιτικών και η υποχρέωση να συρρικνώνονται οι πραγματικοί μισθοί αλλά και η προοπτική εναρμόνισης των εργασιακών σχέσεων στην πιο ελαστική εκδοχή θα είναι η άλλη – και πιο κρίσιμη – πλευρά. Για πρώτη φορά η ΕΕ δεν διαμορφώνει απλώς ένα οικονομικό πλαίσιο που θα εξωθεί στη λιτότητα και την ελαστική εργασία αλλά αναλαμβάνει και την τυπική επιβολή τους. Πρόκειται για ακραία εκδοχή νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊκού οικονομικού συντάγματος που προσπαθεί όχι απλώς να αναιρέσει κατακτήσεις αλλά να παγιώσει μια ακραία τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης σε βάρος των εργαζομένων. Αντιστοιχεί σε μια στρατηγική «φυγής προς τα εμπρός» που αδυνατεί να δει τις βαθύτερες αντιφάσεις της Ευρωπαϊκής Οικοδόμησης, την αποτυχία της «στρατηγικής της Λισσαβόνας» για ένα άλμα στην παραγωγικότητα, το δομικό ανορθολογισμό του κοινού νομίσματος και θεωρεί ότι η απλή αναδίπλωση στην κοινωνική βαρβαρότητα και την ταπείνωση των εργαζομένων θα οδηγήσει σε ένα νέο κύκλο ανάπτυξης.

Μόνο που η «δημιουργική καταστροφή» είναι όμορφη φράση σε νεοφιλελεύθερα φυλλάδια και όχι εφικτή πολιτική. Η κοινωνική ισοπέδωση ιδίως των μη ηγεμονικών σχηματισμών δεν πρόκειται να ξυπνήσει τις υποτιθέμενες εν υπνώσει παραγωγικές δυνατότητες, απλώς θα ενισχύσει ένα φαύλο κύκλο ύφεσης, ανεργίας και καταστροφής συλλογικών παραγωγικών δυνατοτήτων και – το πιο πιθανό – θα πυροδοτήσει ένα κύκλο πρωτόγνωρων κοινωνικών συγκρούσεων.

Ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ σπεύδει να αγκαλιάσει αυτές τις προτάσεις, αποφεύγοντας ακόμη και εκείνους τις φραστικές διαφοροποιήσεις που άρθρωσαν άλλες χώρες απέναντι στην οριακή υπονόμευση κάθε έννοιας εθνικής κυριαρχίας, είναι αναμενόμενο από μια κυβέρνηση που επενδύει στον «αυτόματο πιλότο» της επιτήρησης, που συχνά έχει προτείνει η ίδια τις προτάσεις που «υπαγορεύει» σήμερα η ΕΕ, και που ολοένα και περισσότερο συντονίζεται με τις πιο ακραίες εκδοχές απωθημένων φαντασιώσεων του ελληνικού κεφαλαίου, ό,τι δεν τόλμησαν καν να αρθρώσουν τα προηγούμενα χρόνια, αποτελώντας την πιο ακραία εκδοχή κοινωνικής ακροδεξιάς που γνώρισε η χώρα.

Απέναντι σε αυτό το τοπίο η Αριστερά καλείται να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Βλέποντας το ουσιώδες, ότι δηλαδή κάθε προχώρημα της πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ και της δυνατότητας να υπαγορεύει πολιτικές θα είναι σε κατεύθυνση αντιδραστική και αντεργατική. Χωρίς αυταπάτες ότι θα μπορούσε να υπάρχει «καλός» συντονισμός πολιτικών και πανευρωπαïκή αναδιανομή εισοδήματος. Αποφεύγοντας την παγίδα του αναχωρητισμού και την παραπομπή της λύσης όλων των προβλημάτων σε ένα αόριστο σοσιαλιστικό μέλλον. Με επίγνωση ότι σήμερα, σε πείσμα ενός ορισμένου διεθνισμού που μοιάζει με αντεστραμμένο είδωλο του καπιταλιστικού κοσμοπολιτισμού, η επανακατοχύρωση μορφών εθνικής κυριαρχίας αποκτά βαθιά ταξικό πρόσημο, αφορά τη δυνατότητα των εργαζομένων και συνολικά των λαϊκών στρωμάτων να πετυχαίνουν πραγματικές ανατροπές πολιτικής. Η απαίτηση της άμεσης ρήξης με την ΟΝΕ και το ευρώ και ο πολιτικός στόχος της εξόδου από την ΕΕ αποκτούν σήμερα μεγαλύτερη επικαιρότητα. Όχι ως ιδεολογικές οριοθετήσεις, αλλά ως αναγκαία συνθήκη για την αποτροπή μιας πραγματικής κοινωνικής καταστροφής. Αλλά και ως δυνατότητα η συσσωρευμένη οργή και οι εξεγερτικές διαθέσεις που συσσωρεύονται να αποκτήσουν σχήμα και κατεύθυνση νικηφόρα.

πηγή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s