Φλόγες εξέγερσης στην Τυνησία

του Παύλου Νεράντζη
Στα όρια μιας γενικευμένης εξέγερσης βρίσκεται η Τυνησία. Το καθεστώς του Μπεν Άλι δέχεται ισχυρούς κλυδωνισμούς και, παρά την απομάκρυνση αρκετών υπουργών από την κυβέρνηση προκειμένου να ηρεμήσουν τα πνεύματα, είναι άγνωστο αν θα αντέξει τη λαϊκή οργή που ξέσπασε με βίαια επεισόδια τις τελευταίες εβδομάδες. Μετά από 23 χρόνια αυταρχικής διακυβέρνησης, που επιμελώς κρυβόταν πίσω από τη βιτρίνα της τουριστικής ανάπτυξης, η φτώχεια και η ανεργία, που πλήττουν κυρίως τις νέες γενιές, χτυπούν την πόρτα και χωρών του Μαγκρέμπ.
Η omertá των διεθνών ΜΜΕ
Ό,τι συμβαίνει εδώ και τρεις εβδομάδες στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της Τυνησίας ξεπερνά κατά πολύ τα Δεκεμβριανά (του ’08) στην Ελλάδα, και τις βίαιες φοιτητικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας σε Ιταλία και Βρετανία. Χιλιάδες νέες και νέοι διαδηλώνουν καθημερινά στους δρόμους, έχοντας πλέον δίπλα τους εργαζόμενους, άνεργους, συνδικάτα, πανεπιστημιακούς δασκάλους, δικηγόρους, ελεύθερους επαγγελματίες, που δεν αντέχουν άλλο την οικονομική κρίση.
Ταυτόχρονα ένας ανελέητος κυβερνο-πόλεμος έχει ξεσπάσει ανάμεσα σε social media και την πλειοψηφία των επίσημων ιστότοπων και εφημερίδων, που σχεδόν στο σύνολό τους ελέγχονται από την κυβέρνηση του Μπεν Άλι, η οποία, σε έγγραφα που αποκάλυψε πρόσφατα η Wikileaks, χαρακτηρίζεται ως «μαφιόζικη κυβέρνηση».
Παρ’ όλα αυτά τα main stream διεθνή μέσα ενημέρωσης (με εξαίρεση το Al Jazeera και ελάχιστα άλλα) εξακολουθούν επιμελώς να υποβαθμίζουν, ή και ν΄ αποκρύπτουν τα γεγονότα. Αφενός γιατί δεν εντάσσονται στη λογική της ισλαμοφοβίας που σκοπίμως καλλιεργούν και αφετέρου για να μη χαλάσει η εικόνα του Μπεν Άλι, αγαπημένου ηγέτη της Δύσης.
Έπρεπε ο αριθμός των νεκρών, όλοι τους νεαρά παιδιά, μεταξύ αυτών κι ένας δωδεκάχρονος, που εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τις αστυνομικές δυνάμεις στη διάρκεια διαδηλώσεων, να ξεπεράσουν τους πενήντα για ν΄ αρχίσουν να αναφέρονται γενικόλογα σε «βίαια επεισόδια».  Μόνο στις πόλεις Σάιντα, Κασρίν και Τάλα σκοτώθηκαν από σφαίρες των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας είκοσι άτομα, σύμφωνα με δηλώσεις του Αχμέντ Νεγίμπ Τσέμπι, ηγέτη του Προοδευτικού Δημοκρατικού Κόμματος, του μοναδικού κόμματος της αντιπολίτευσης που αναγνωρίζεται από το καθεστώς. Εκατοντάδες είναι ακόμη οι τραυματίες, πολύ περισσότερες οι συλλήψεις, οι κακοποιήσεις, οι καταγγελίες για βασανιστήρια και εξαφανίσεις, ενώ ολόκληρες πόλεις, στις οποίες έχει απαγορευτεί η κυκλοφορία, παραμένουν αποκλεισμένες από δυνάμεις του στρατού και της αστυνομίας.
Μοχάμεντ όπως Αλέξης
Ο σπινθήρας που πυροδότησε το κύμα της οργής άναψε στις 17 Δεκεμβρίου. Ο Μοχάμεντ Μπουαζίζι, άνεργος πτυχιούχος, χωρίς να έχει την απαραίτητη άδεια, πουλούσε φρούτα με το καροτσάκι του σε κεντρικό δρόμο της Σίντι Μπουζίντ, μιας πόλης 265 χλμ. νότια της Τύνιδας. Όπως κάνουν δεκάδες χιλιάδες άλλοι νέοι, που παίρνουν ένα πτυχίο με την ελπίδα να βγουν από τη μιζέρια, αλλά σπάνια βρίσκουν δουλειά στην Τυνησία. Και υποχρεώνονται να κάνουν ο,τιδήποτε για να επιβιώσουν. Η ανεργία στους νέους ηλικίας 15-29 ετών ξεπερνά το 30%. Όπως χιλιάδες δάσκαλοι, δικηγόροι και δημόσιοι υπάλληλοι αναγκάζονται να έχουν δύο και τρεις δουλειές για να τα βγάλουν πέρα. Το κόστος ζωής και κυρίως τα είδη πρώτης ανάγκης έχουν εκτιναχθεί στα ύψη τα τελευταία χρόνια.
Η αστυνομία, για να μη χαλάσει η βιτρίνα της πόλης, και παρά τις διαμαρτυρίες του Μοχάμεντ κατάσχεσε το καροτσάκι με το εμπόρευμά του. Ο Μοχάμεντ ένιωσε να του παίρνουν το μοναδικό μέσο για να επιβιώσει, και λίγες ώρες αργότερα αυτοπυρπολήθηκε σε δημόσιο χώρο.
Μετά από μερικές μέρες χάνει τη μάχη με τη ζωή.
Η κρατική αναλγησία, όμως, πυροδοτεί τις πρώτες αντιδράσεις. Αυθόρμητες διαδηλώσεις πραγματοποιούνται σε πολλές πόλεις της Τυνησίας. Η κυβέρνηση του Μπεν Άλι απαντά με τη βία. Αστυνομικοί «ρίχνουν στο ψαχνό». Οι νέοι δεν υποχωρούν. Το αντίθετο. Απαντούν με καταλήψεις σε πανεπιστήμια και σε λύκεια. «Δεν φοβόμαστε πια», «Ψωμί, δουλειά, ελευθερία», «Ψωμί, δημοκρατία, ελευθερία», φωνάζουν παντού. Ο Μοχάμεντ, ως άλλος Αλέξης, γίνεται το σύμβολο της εξέγερσης. Τα γραφεία των συνδικαλιστικών οργανώσεων μετατρέπονται τάχιστα σε κέντρα συντονισμού των διαδηλώσεων διαμαρτυρίας, στις πορείες συμμετέχουν πλέον και εργαζόμενοι.
Για πολλά εικοσιτετράωρα η χώρα συνταράσσεται. Αστυνομικές δυνάμεις ανοίγουν πυρ κατά διαδηλωτών, τραυματίζουν δεκάδες, εισβάλλουν σε πανεπιστήμια, ξυλοκοπούν βάναυσα και συλλαμβάνουν φοιτητές και καθηγητές. Ενας ακόμη άνεργος, ο Μονσέφ Αμντουλί, αυτοπυρπολείται. Τα τοπικά μέσα ενημέρωσης, όμως, «δεν βλέπουν τίποτε» και κατ΄ εντολήν του Μπεν Άλι, αναφερόμενα στους νέους, κάνουν λόγο για «τρομοκράτες, που κατευθύνονται από ξένες δυνάμεις και βίαιες οργανωμένες μειοψηφίες, που λεηλατούν», ενώ καταγγέλλουν τον τηλεοπτικό σταθμό του Κατάρ ως υποκινητή των διαδηλώσεων.
Social media και πειρατές εναντίον Μπεν Άλι
Ώσπου μπαίνει στο παιχνίδι η Γενική Συνομοσπονδία Εργαζομένων (UGTT). Σε μία διακήρυξη δέκα σημείων η UGTT εκφράζει την αλληλεγγύη της στο κίνημα διαμαρτυρίας, χαρακτηρίζοντας δίκαια τα αιτήματα των νέων, ζητά την άμεση απελευθέρωση των συλληφθέντων και την απομάκρυνση των στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων από τους δρόμους, καταγγέλλει τη στάση των ΜΜΕ και ζητά τον εκδημοκρατισμό της δημόσιας ζωής (μεταρρυθμίσεις στην παιδεία, στην υγεία, στην οικονομία).
Τα νέα μέσα, όμως, τα social media είναι εκείνα, που φέρνουν τα πάνω κάτω στα σχέδια συκοφάντησης ενός ολόκληρου κινήματος. Το σύστημα λογοκρισίας Ammar404 (πήρε το όνομα από τον πρώην υπουργό Εσωτερικών της Τυνησίας, ο οποίος το 2005 διοργάνωσε τη Σύνοδο Κορυφής για την Πληροφορία) που τέθηκε σε λειτουργία εδώ και αρκετούς μήνες για να ελέγχει, κατά τα πρότυπα της κινεζικής κυβέρνησης, την ελευθερία της έκφρασης στη χώρα, δέχεται χιλιάδες επιθέσεις από bloggers. To facebook, το twitter γίνονται κύριο μέσο επικοινωνίας με τον «έξω κόσμο», όπως στο Ιράν, ενώ το Κόμμα των Πειρατών κι ένα δίκτυο νεαρών ακτιβιστών χάκερς με την επωνυμία Anonymous, -το ίδιο που είχε συμπαρασταθεί στον ιδρυτή της Wikileaks-, αναλαμβάνει να εξουδετερώσει το σύστημα επικοινωνιών της κυβέρνησης Μπεν Άλι.
Σήμερα, 12 Ιανουαρίου 2011, είναι μέρα γενικής απεργίας. Και οι πρώτες πληροφορίες κάνουν λόγο πάλι για νεκρούς. Για τον Μπεν Άλι, ο οποίος το 1987 -μ΄ ένα αναίμακτο πραξικόπημα- διαδέχθηκε τον Μπουργκίμπα (από την ανεξαρτησία της Τυνησίας το 1957 μόνον δύο άνδρες κυβέρνησαν τη χώρα), είναι η χειρότερη κρίση. Μπορεί να εκλέγεται με ποσοστά που ξεπερνούν το 85% (πέρυσι είχε εκλεγεί με 89% και άλλες φορές με 98%), αλλά οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν τους κώδικες βίας και νοθείας. Και τώρα, για πρώτη φορά, ένας λαός, οι άνθρωποι που κατά τον ίδιο τον αποθεώνουν, ζητούν την απομάκρυνσή του.
Όπως στη γειτονική Αλγερία, όπου αυτές τις μέρες οι συγκρούσεις εντείνονται για ανάλογους λόγους και οι νέοι ζητούν την παραίτηση της κυβέρνησης Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα, που επανεκλέχθηκε το 2009 με ποσοστό 90,2%.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s