Ο Δεκέμβρης και οι προβολές του στο σήμερα

αναδημοσίευση από το alterthess

Του Νικόλα Σεβαστάκη*

Κρίνοντας εν θερμώ ένα τόσο σημαντικό συμβάν της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας όπως η παρισινή Κομμούνα, η Γεωργία Σάνδη, συγγραφέας με προέλευση από τη μετριοπαθή Αριστερά της εποχής της, σημείωνε ότι αυτά που συμβαίνουν τώρα στο Παρίσι είναι απλώς ένα ‘γεγονός’ (fait) που δεν έχει καμιά πολιτική και ιστορική σημασία. Η Κομμούνα, έλεγε, δεν θα αφήσει τίποτα πίσω της αφού συνιστά ένα επεισόδιο συλλογικής μέθης δίχως καμιά αξία για τους φιλοσόφους[1].

Αν ένας τέτοιος παρατηρητής μπορούσε να κάνει μια τέτοια εξωφρενικά άστοχη υπόθεση για ένα από τα ιδρυτικά γεγονότα της δημοκρατικής και επαναστατικής νεωτερικότητας, τι θα μπορούσε άραγε να πει για τον ελληνικό Δεκέμβρη του 2008; Μάλλον θα συνυπόγραφε την γνώριμη σε πολλούς Έλληνες διανοουμένους απαξιωτική τοποθέτηση που συμπυκνώνεται στη φράση: πολύ κακό για το τίποτα. Ο Δεκέμβρης εξαρχής και ιδίως στη συνέχεια θεωρήθηκε από πολλούς ως μια κραυγή δίχως νόημα, ένα θερμό αστυνομικο-δημοσιογραφικό χρονικό, ένα «φεστιβάλ» βίας και μιμητικών σκιρτημάτων αντίδρασης. Οπότε, εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς, ότι δεν αξίζει τον κόπο να ασχολείται κανείς, πολιτικά, μαζί του.

Το πρόβλημα ωστόσο με πολλές από τις ερμηνείες αλλά και τις «οικειοποιήσεις» του Δεκέμβρη βρίσκεται νομίζω στην μια ή άλλη αυταπάτη καθαρότητας. Οι προβολές της ιδεολογίας διαμεσολαβούν προφανώς τις πρακτικές, τους λόγους, τις πολλαπλές χειρονομίες για να φτιάξουν την πρότυπη και αρεστή εικόνα του Δεκέμβρη. Έτσι για παράδειγμα ο κοινωνικός αναρχισμός προβάλλει κυρίως το αμεσοδημοκρατικό μήνυμα της εξόδου από την πλάνη της αντιπροσώπευσης, η ριζοσπαστική αριστερά επιμένει στον λανθάνοντα αντικαπιταλισμό μιας αυθόρμητης κινητοποίησης, οι λογής «εξεγερσιακοί ατομικιστές» θαμπώνονται πάντοτε από τις φλόγες της εξέγερσης εναντίον της «τάξης». Αντίστοιχα, οι παιδαγωγοί βλέπουν την κρίση ταυτότητας μεσοαστών εφήβων και μετα-εφήβων ενώ ποικίλοι τιμητές καταδικάζουν τον Δεκέμβρη ως το ίδιο το νεοελληνικό μικροαστικό χάος που ενίοτε παρέχει στην «ανομία» ιδεολογικά διαπιστευτήρια ανατρεπτικότητας.

Για όλα αυτά έχω μιλήσει και δεν θέλω να επαναλάβω πράγματα ειπωμένα. Αυτό που αξίζει να σκεφτούμε σήμερα, δυο χρόνια μετά, είναι κάτι διαφορετικό προς τις μυθικές ή απομυθευτικές, φετιχιστικές ή «περιφρονητικές» πιρουέτες γύρω από τον Δεκέμβρη. Να αναγνωρίσουμε σε αυτό το σύνθετο συμβάν την αντίφαση και τις εντάσεις που διαπερνούν κάθε κοινωνική έκρηξη σε εποχές μεγάλης ρευστοποίησης των παραδοσιακών κοινωνικών και πολιτικών συμβολαίων. Εκ των υστέρων και με βάση τις πυκνές εμπειρίες του τελευταίου χρόνου μπορούμε να πούμε ότι ο Δεκέμβρης και «έδειξε» και «σήμανε» πολλά. Ότι δηλαδή δεν υπήρξε μια μαύρη τρύπα του νοήματος αλλά μια βίαιη πύκνωση των αφανών διεργασιών μιας ολόκληρης περιόδου. Θα αναφέρω χαρακτηριστικά τρία σημεία:
–          Την αδυναμία των πολιτικών μηχανισμών, ακόμα και αυτών που θέλουν να εκφράζουν την πιο «αμιγή» αντιπαλότητα στην παραδοσιακή πολιτική, να εκπροσωπήσουν υπαρκτά τμήματα της κοινωνίας τα οποία δυσφορούν ή συμπιέζονται ασφυκτικά από τις διαδικασίες της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.
–          Την απότομη πτώση προσδοκιών και την κρίση ταυτότητας και προσανατολισμού της περίφημης μεσαίας τάξης, κρίση η οποία αντανακλά με ξεχωριστή ένταση στις νεότερες ηλικίες της.
–          Το τέλος του μεταπολιτευτικού συμβολαίου της ευημερίας και το πέρασμα σε μια φάση διαρκούς λιτότητας με τους όρους ενός νεοφιλελευθερισμού της δομικής αναμόρφωσης.

Η αντιφατικότητα του Δεκέμβρη δεν οφείλεται, όπως λένε πολλοί στην ανανεωτική αριστερά, στο γεγονός ότι οι αντιεξουσιαστικοί κώδικες «καθόρισαν» το πεδίο εις βάρος της «πολιτικής», εις βάρος της παραγωγικότητας των πολιτικών αιτημάτων, της θετικότητας που πρέπει να διαθέτει ένα κοινωνικό κίνημα κλπ.

Η αντίφαση ή αλλιώς οι «ακάθαρτες» πλευρές του Δεκέμβρη, οι πλευρές εκείνες που ενδεχομένως ενόχλησαν, σόκαραν και δημιούργησαν ανάμικτα αισθήματα, είναι η ίδια η αλήθεια της στιγμής που ζούμε και σήμερα. Αυτή η αλήθεια περιέχει μια διαρκή ταλάντωση μεταξύ δυσφορίας και αισθημάτων συλλογικής αδυναμίας, μεταξύ θυμού και κυνισμού, μεταξύ της επιθυμίας για έξοδο από το άγος της κρίσης και μιας κοινωνικής κόπωσης που εμποδίζει την πολιτική φαντασία να προχωρήσει πέρα από τη στιγμή της άρνησης και της αυτοανάλυσης.

Το ότι ο Δεκέμβρης δεν περιέκλειε μόνο ενέργεια και διαθεσιμότητα (σύγκρουσης) αλλά και βουβή κόπωση και βάθος αμηχανίας φάνηκε στη συνέχεια. Και μπορεί να πει κανείς ότι αυτή του η «διπλότητα» (ύψωση της έντασης/ κόπωση, εξέγερση/ βύθιση στις σιωπές του κοινωνικού) είναι ο μυστικός κώδικας που ρυθμίζει τη συγκυρία ολόκληρη.

Το βλέπουμε σήμερα: πολλοί φαντάζονται μια επερχόμενη κοινωνική θύελλα ως ένα είδος μυθικής επανάληψης ενός Δεκέμβρη. Ο Δεκέμβρης τροφοδοτεί τις μεσσιανικές προσδοκίες ενός ολόκληρου χώρου και όχι μόνο εκείνων που διαβάζουν την Ιστορία ως μια σειρά εφόδων της αγνής βούλησης εναντίον της ρουτίνας και των «δομών».

Αλλά μια τέτοια κατάχρηση του παρελθόντος είναι μάταιη και παραπλανητική. Πρέπει να πάμε παρακάτω, να αρνηθούμε τους κακέκτυπους μεσσιανισμούς, τους ευσεβείς πόθους και τα παιχνίδια της «οικειοποίησης», την ιδεολογική μυστικοποίηση.

Το ζητούμενο σήμερα είναι πιστεύω η υπέρβαση των περιφρονητικών και των αποθεωτικών προβολών αυτού του γεγονότος. Και μια τέτοια υπέρβαση προϋποθέτει ότι σκύβουμε σοβαρά πάνω από τις νέες θεσμικές και υλικές αρχιτεκτονικές που δημιουργεί η κρίση. Μια τέτοια υπέρβαση απαιτεί συλλογικές απαντήσεις στην ολιγαρχική εκτροπή της κυρίαρχης πολιτικής τάξης αλλά και στην βίαιη αναδιάρθρωση υπέρ ενός «καθαρού» και επιθετικού καπιταλισμού.

Μέσα στον Δεκέμβρη αναδύθηκαν διάχυτες επιθυμίες ισότητας, αρνήσεις ενός αντικοινωνικού μοντέλου «ανάπτυξης», αναζητήσεις νέων πηγών κοινωνικής αλληλεγγύης πέρα από τις ιεραρχίες του πλούτου και του status. Αυτές οι απαιτήσεις έχουν μια ηθικοπολιτική βαρύτητα που πρέπει να ενδιαφέρει κάθε ριζοσπαστική δύναμη πέρα από ιδεολογικές και κοσμοθεωρητικές «καθαρότητες». Ωστόσο ο ίδιος ο Δεκέμβρης δεν προσφέρει απαντήσεις στα διλήμματα και στις σύνθετες απορίες της περιόδου που ζούμε. Ζητώντας από εκείνες τις μέρες να φωταγωγήσουν τις αμηχανίες και τις ανεπάρκειες του σήμερα δεν αποδίδουμε δικαιοσύνη στο γεγονός. Επενδύουμε απλώς στη φαντασμαγορία του. Και αυτό ενίοτε είναι χειρότερο και από την ξεκάθαρη περιφρόνηση του τιμητή…

*Ο Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο τμ. Πολιτικών επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

[1] George Sand, Επιστολή στον Αλέξανδρο Δουμά Υιό, 22 Απριλίου 1871, Στο Correspondance, τ.6, σ. 115.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s