Ημερήσια Αρχεία: Φεβρουαρίου 6, 2011

Σοφία Σακοράφα: Μεγάλη απήχηση της πρωτοβουλίας της για τον έλεγχο του χρέους

Στη δημιουργία κινήματος για τον έλεγχο του χρέους με τη συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) κι έπειτα την «άρνηση του απεχθούς χρέους» πρωτοστατεί η ανεξάρτητη βουλευτής Σοφία Σακοράφα. Όπως διευκρινίζει, η δημιουργία της Επιτροπής διατυπώνεται ως αίτημα. Αίτημα που σέβεται τους θεσμούς, που προστατεύει τη διαφάνεια, που ενημερώνει αυτόν που σήμερα καλείται να πληρώσει το μάρμαρο, τον ελληνικό λαό δηλαδή, από πού προήλθε αυτό το χρέος, που δυναμώνει τη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας έναντι των πιστωτών της. Όπως όλα τα αιτήματα, οφείλει να αποκτήσει κοινωνική ισχύ, κοινωνική δυναμική.

Σε πρώτη φάση λοιπόν προσυπογράφεται μια διακήρυξη από προσωπικότητες και δυνάμεις της ίδιας της κοινωνίας, από τον χώρο της πολιτικής, του πολιτισμού, της εργασίας, από την πανεπιστημιακή κοινότητα, από την τοπική αυτοδιοίκηση, από πιο εξειδικευμένους χώρους, όπως συνταγματολόγοι και οικονομολόγοι. Με έκπληξη, όπως μου είπε η Σοφία Σακοράφα διαπίστωσε μεγάλο διεθνές ενδιαφέρον από πανεπιστημιακούς, οικονομολόγους και νομικούς από όλο τον κόσμο, που εκδήλωσαν την προθυμία να βοηθήσουν αυτήν την προσπάθεια. Ιδιαίτερη ήταν η αλληλογραφία που αναπτύχθηκε με φορείς από την Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ιρλανδία. Οι επαφές με την αριστερά, τους Π. Λαφαζάνη, Θ. Δρίτσα, Δ. Παπαδημούλη, Γ. Δραγασάκη, επίσης με τον Νίκο Κοτζιά και άλλους παράγοντες, αναπτύσσονται σε γόνιμο έδαφος και σύντομα αυτό θα εκφραστεί σε ένα κείμενο υπογραφών για τη διεκδίκηση της ΕΛΕ.

Σε δεύτερη φάση (και αυτό είναι το κρίσιμο στοίχημα), αυτό το αίτημα πρέπει να αποκτήσει πλατύ κοινωνικό έρεισμα, σημειώνει η κ. Σακοράφα. Είναι σημαντικό για παράδειγμα, για τον έλεγχο συμβάσεων τύπου ΟΣΕ να έχει πειστεί ένα μεγάλο κομμάτι εργαζομένων στον οργανισμό να μετέχει ενεργά στη διαδικασία. Μόνον με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεις την κινητοποίηση της κοινωνίας αλλά και την ταυτόχρονη απελευθέρωσή της από θέσφατα, όπως ο μονόδρομος. Η πίστη της κοινωνίας ότι μπορεί να υπάρξει και άλλος δρόμος είναι χειραφέτηση, γνώση, διατύπωση εναλλακτικής πρότασης. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ικανά να αποτελέσουν τον πυρήνα ενός κινήματος με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και συγκροτημένη πρόταση.

Η διαδικασία του εντοπισμού είναι αυτή ακριβώς η συστηματοποιημένη διαδικασία που αφορά στο έργο της ΕΛΕ. Η περιγραφή είναι ήδη δεδομένη, χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς διακρίσεις. Πολύ πρόχειρα, αλλά άκρως ενδεικτικά να αναφέρω όλες τις συμβάσεις, για παράδειγμα, που υπογράφτηκαν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες ή για τις συμβάσεις τύπου Siemens. Αυτό που χρειάζεται είναι να υπάρχει η πολιτική βούληση για να βρεθεί το παράνομο χρέος, το απεχθές.

Τα πράγματα, κατά τη Σοφία Σακοράφα, είναι απολύτως ξεκάθαρα, εάν θέλουμε να τα δούμε ξεκάθαρα. Η πρωτοβουλία αυτή μπορεί να γίνει αφετηρία για συγκλίσεις και συνεργασίες με όλες αυτές τις δυνάμεις του σοσιαλιστικού χώρου, της κοινοβουλευτικής και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Αυτή τη στιγμή δεχόμαστε την πλέον βίαιη επίθεση. Αυτή η επίθεση, για να απαντηθεί, χρειάζεται συμπαγές κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο. Σε αυτό το μέτωπο οι θέσεις, οι αντιθέσεις και οι συνθέσεις είναι πλούτος, ο κοινός προσανατολισμός είναι δύναμη και οι διαχωριστικές γραμμές είναι δημοκρατία. Κατά την άποψή μου όμως, το μείζον πολιτικό ζητούμενο αυτή τη στιγμή είναι η διατύπωση μιας άλλης πολιτικής λύσης, με διαφορετικό προσανατολισμό. Θετική εξέλιξη θα είναι η πρόκριση αυτής της πολιτικής λύσης. Οι πολιτικές λύσεις ξεκινούν από την κοινωνία και τα κινήματα, ζυμώνονται και αποκτούν δυναμική εντός της κοινωνίας και τελικά αποκτούν σάρκα και οστά και μέσα από την εκλογική διαδικασία.

πηγή


Κ. Λαπαβίτσας: “Οι δημοσιονομικά «απείθαρχοι» θα παραμείνουν στην ευρωζώνη μόνο αν υποστούν κοινωνική και εθνική καθίζηση”.

Ο στόχος της Γερμανίας είναι να σώσει το ευρώ, απαλλάσσοντας τις τράπεζες από το βάρος χωρίς όμως να το επωμιστεί η ίδια, τονίζει ο Κώστας Λαπαβίτσας (καθηγητής Οικονομικών στο Λονδίνο) στη συνέντευξη που μας έδωσε με αφορμή τη συζήτηση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

συνέντευξη στον Λεωνίδα Βατικιώτη

 

Η Γερμανία φέρεται αποφασισμένη να συμβάλει σε μια λύση για την ανακοπή της κρίσης στο εσωτερικό της ευρωζώνης. Αυτή η γραμμή δε σηματοδοτεί μια στροφή του Βερολίνου σε μια περισσότερο φιλική προς την ΕΕ πολιτική;

– Κ.Λ.: Δεν ήταν ποτέ εχθρική προς την ΕΕ η πολιτική του Βερολίνου. Τη στιγμή αυτή οι αστικές τάξεις της περιφέρειας έχουν ανάγκη από ευνοϊκή χρηματοδότηση για να αντιμετωπίσουν το χρέος τους και να αποφύγουν την επίσημη χρεοκοπία. Παρουσιάζουν λοιπόν την ανάγκη τους ως το βαθύτερο νόημα του ευρωπαϊσμού. Είναι η φυσική αντίδραση του αδύνατου.
Τα πράγματα φαίνονται πολύ διαφορετικά από το Βερολίνο. Η αδυναμία της περιφέρειας απειλεί τους δανειστές με πραγματική οικονομική ζημία, που μπορεί να φτάνει πολλές εκατοντάδες δισ. ευρώ. Δεδομένου ότι οι δανειστές είναι κυρίως οι τράπεζες του κέντρου, υπάρχει κίνδυνος ευρωπαϊκής τραπεζικής κατάρρευσης που μπορεί να συμπαρασύρει και το ευρώ. Κάποιος, λοιπόν, πρέπει να αναλάβει τη ζημία, απαλλάσσοντας τις τράπεζες, ώστε να σωθεί το ευρώ. Η ευνοϊκή χρηματοδότηση που ζητoύν οι χώρες της περιφέρειας δεν είναι παρά η ανάληψη της ζημίας από το κέντρο. Ο ευρωπαϊσμός, όπως όλα τα μεγάλα καπιταλιστικά οράματα, έχει στην καρδιά του τάλιρα και δεκάρικα.
Η Γερμανία έχει φυσικά από καιρό αντιληφθεί ότι θα κληθεί να σηκώσει το μεγαλύτερο μέρος της ζημίας. Το πλαίσιο δράσης της είναι όμως πολύ στενό. Η γερμανική οικονομία δεν είναι τόσο μεγάλη όσο συχνά νομίζεται στην Ελλάδα. Ζημία ύψους εκατοντάδων δισ. ευρώ θα ήταν εξαιρετικά δυσβάστακτη και για την ίδια. Αν προσθέσουμε το παγωμένο εργατικό εισόδημα και τη γενική απροθυμία της εργατικής τάξης να σώσει το ευρώ, τα περιθώρια γίνονται ασφυκτικά.
– Καμία εύκολη λύση δεν φαίνεται να έχει μπροστά του το Βερολίνο…
– Κ.Λ.: Το πρόβλημα που έχει να λύσει η Γερμανία είναι εξαιρετικά σύνθετο. Πρέπει να διασώσει το ευρώ, απαλλάσοντας τις τράπεζες από το βάρος του χρέους, αλλά και να αποφύγει να σηκώσει η ίδια τη ζημία στο μέτρο του δυνατού. Δεν της χρειάζονται βεβαίως μαθήματα ευρωπαϊσμού, ιδίως από τους Έλληνες ή τους Πορτογάλους. Ο ευρωπαϊσμός είναι δικιά της εφεύρεση, το καλύτερο περιτύλιγμα για τα εθνικά της συμφέροντα.
Η γερμανική πολιτική έχει δύο σκέλη. Πρώτον, η ΕΚΤ παρέχει ρευστότητα στις τράπεζες και δέχεται τα προβληματικά ομόλογα της περιφέρειας ως εγγύηση. Δηλαδή οι τράπεζες σιωπηλά μεταφέρουν το πρόβλημα στην ΕΚΤ και άρα στο δημόσιο τομέα της Ευρώπης. Δεύτερον, το Ταμείο Σταθερότητας παρέχει έκτακτο δανεισμό, αλλά με αντίτιμο σκληρή λιτότητα. Διασώζει τις τράπεζες, ενώ παράλληλα μεταφέρει τη ζημία στις πλάτες των εργαζομένων της περιφέρειας.
Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική λιτότητας καταστρέφει τις οικονομίες της περιφέρειας και άρα φέρνει τη χρεοκοπία πιό κοντά. Η μεταστροφή που παρατηρείται στη γερμανική πολιτική το τελευταίο διάστημα είναι φυσική απόρροια αυτής της αντίφασης. Όσο θα κινδυνεύουν οι τράπεζες, η γερμανική αστική τάξη θα πρέπει να παρεμβαίνει ώστε να μη χρεοκοπήσουν οι χώρες της περιφέρειας. Εξετάζει λοιπόν την προοπτική να επιτρέψει στο Ταμείο Σταθερότητας να αγοράσει ένα μέρος των προβληματικών ομολόγων της περιφέρειας, αφού πρώτα δανειστεί για το σκοπό αυτό. Μπορεί να συγκατανεύσει στην επιμήκυνση του δανεισμού, ή και σε μείωση επιτοκίων. Δεν πρόκειται να αλλάξει την ουσία του προβλήματος, αλλά θα συμβάλει στο να απαλλαγούν οι τράπεζες από το χρέος. Όταν θα εκλείψει ο κίνδυνος για τις τράπεζες, η Γερμανία θα επιβάλει όρους στην περιφέρεια που θα είναι τρομακτικοί. Αυτό είναι το περιεχόμενο της «φιλικής» στροφής της.
Τελικά η Γερμανία θέλει και τις 17 χώρες στην ευρωζώνη ή όχι; Έχει επιλέξει δηλαδή να πετάξει έξω τους δημοσιονομικά «απείθαρχους»;
– Κ.Λ.: Κατά τη γνώμη μου η γερμανική άρχουσα τάξη έχει μετανιώσει πικρά που επέτρεψε στις χώρες της περιφέρειας να συμμετάσχουν στην ευρωζώνη. Η αποβολή των προβληματικών χωρών είναι όμως εξαιρετικά επικίνδυνη διαδικασία, οικονομικά και πολιτικά. Με κανένα τρόπο δεν μπορεί να γίνει όσο θα κινδυνεύουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Όταν θα περάσει ο κίνδυνος, η Γερμανία θα θέσει την περιφέρεια μπροστά σε ακόμη δυσκολότερες επιλογές. Ήδη έχει θεσμοθετήσει μόνιμο μηχανισμό χρεοκοπίας από το 2013. Για να επιτραπεί στην Ελλάδα να παραμείνει στην ευρωζώνη, θα πρέπει να αποδεχτεί σκληρή λιτότητα για πολλά χρόνια. Παράλληλα θα δανείζεται με υψηλά επιτόκια, δεδομένου ότι τον κίνδυνο χρεοκοπίας θα τον φέρουν πλέον και ιδιώτες. Με λίγα λόγια, οι δημοσιονομικά «απείθαρχοι» θα παραμείνουν στην ευρωζώνη μόνον αν είναι διατεθειμένοι να υποστούν κοινωνική και εθνική καθίζηση.
Από την κυβέρνηση Παπανδρέου και την φιλική προς την ΕΕ Αριστερά (ΣΥΝ) προτάθηκε ως λύση η έκδοση ευρωομολόγου. Η «κοινοτικοποίηση» του δανεισμού κάθε κράτους – μέλους αναμφίβολα θα μειώσει το κόστος δανεισμού. Δεν αποτελεί επομένως έστω μία πρόσκαιρη λύση στην υπάρχουσα κρίση;
– Κ.Λ.: Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για το τι ακριβώς εννοούν οι διάφοροι υπέρμαχοι του ευρωομόλογου. Αυτό που φαίνεται να θέλει ο ΣΥΝ, δηλαδή ουσιαστικά η χρηματοδότηση επεκτατικής οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη, κάτι σαν ένα νέο Σχέδιο Μάρσαλ, θα μείνει στο χώρο της φαντασίας. Αυτό που προτείνουν οι Τρεμόντι – Γιουνκέρ, από την άλλη, είναι ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο επέκτασης του δανεισμού του Ταμείου Σταθερότητας. Θα απορροφήσει τον κύριο όγκο των προβληματικών ομολόγων της περιφέρειας, αλλά και θα χρηματοδοτήσει το νέο δανεισμό της περιφέρειας. Το σχέδιο πάσχει από δύο μεγάλες αδυναμίες από την πλευρά της Γερμανίας. Πρώτον, δεν ξεκαθαρίζει το ποιός θα σηκώσει την πιθανή ζημία από τα προβληματικά ομόλογα και, δεύτερον, κάνει ακριβότερο το νέο δανεισμό των χωρών του κέντρου. Δεν πρόκειται να το δεχτεί η Ά. Μέρκελ με τις παρούσες συνθήκες.
Ο ευρωδανεισμός που είναι πιθανόν να δούμε θα συμβεί μέσα στο υπάρχον πλαίσιο του Ταμείου Σταθερότητας. Δηλαδή θα δανείζεται το Ταμείο για να δανείζει με τη σειρά του στις χώρες με προβλήματα. Με το νέο δανεισμό θα μπορούν, για παράδειγμα, είτε να αντιμετωπίσουν άμεσες πιέσεις κρίσης, είτε ακόμη και να αγοράσουν μέρος των παλιών τους ομολόγων, όπως λέγεται τώρα για την Ελλάδα. Αποκλείεται να υπάρξει ουσιαστική μείωση του συνολικού όγκου χρέους με τον τρόπο αυτό. Ο δε νέος δανεισμός από το Ταμείο θα γίνεται με σκληρούς όρους λιτότητας. Δεν υπάρχει τίποτε αισιόδοξο για την περιφέρεια στην προοπτική αυτή.
Υποστηρίζεται συχνά πως η έξοδος από το ευρώ θα οδηγήσει την Ελλάδα στην πολιτική απομόνωση και την οικονομική περιθωριοποίηση. Πόση βάση έχει αυτό το επιχείρημα;
– Κ.Λ.: Η ΟΝΕ είναι μία νομισματική ένωση που έχει σκοπό να δημιουργήσει μιά νέα μορφή παγκοσμίου χρήματος. Δεν είναι ούτε η πραγμάτωση της αφηρημένης έννοιας της Ευρώπης, ούτε η εκπλήρωση της μοίρας της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο. Για πολιτικούς λόγους έχει επενδυθεί στη χώρα μας με ένα ιδεολογικό περιεχόμενο που δεν το έχει από τη φύση της. Η συμμετοχή της Ελλάδας αποδείχτηκε αποτυχημένη και αν η χώρα επιμένει να συμμετέχει θα αντιμετωπίσει μαρασμό.
Η έξοδος είναι επιβεβλημένη από τα πράγματα. Το αν θα καταλήξει σε απομόνωση και περιθωριοποίηση εξαρτάται από το πως θα γίνει. Στο μέτρο που θα γίνει με όρους που θα επιβάλει η εργατική τάξη, δεν υπάρχει λόγος να εμφανιστούν τέτοια φαινόμενα. Θα χρειαστεί δημόσιος έλεγχος και ιδιοκτησία στις τράπεζες και γενικότερα στα μέσα παραγωγής, όπως επίσης και στο διεθνές εμπόριο και την κίνηση κεφαλαίων. Αλλά η Ελλάδα μπορεί να μείνει ανοιχτή στις παγκόσμιες τεχνολογίες, στις γνώσεις και δεξιότητες της παγκόσμιας εργατικής τάξης και στην παγκόσμια κουλτούρα. Μπορεί ακόμη να θέσει τις διεθνείς της πολιτικές σχέσεις σε άλλη βάση, χωρίς αναγκαστικά να περάσει στην απομόνωση. Να θυμίσω ότι η Αργεντινή είναι μέλος του G20 παρότι έκανε στάση πληρωμών το 2001. Στην πράξη, αν η Ελλάδα βγει από την ΟΝΕ με εργατική και λαϊκή πρωτοβουλία, θα δώσει μεγάλο χτύπημα στον παγκόσμιο καπιταλισμό και θα βάλει στο προσκήνιο τον εργατικό διεθνισμό για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες. Πρόκειται για το αντίθετο της απομόνωσης και περιθωριοποίησης. Θα δώσει νέα πνοή στο όραμα του σοσιαλισμού στην Ευρώπη, αλλά και στον κόσμο.

Έρευνα του Πάντειου Πανεπιστημίου για την κρίση: Δύο αντίρροπες πολιτικές τάσεις στην ελληνική κοινωνία

Tην πρόσληψη της οικονομικής κρίσης και τη σύνδεσή της με ιδεολογικές και πολιτικές πρακτικές ερεύνησε το Εργαστήριο Κοινωνικής και Πειραματικής Ψυχολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου. Η έρευνα κατέδειξε ότι η κοινωνία είναι διχασμένη σε δύο επίπεδα –σε επίπεδο γενεών, με κορύφωση το ασφαλιστικό, και σε κοινωνικό και ταξικό επίπεδο– για τα οποία «δεν υπάρχει σαφής και συγκροτημένη εναλλακτική λύση», όπως σχολίασε ο επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, Σάββας Ρομπόλης.

Βάσει της έρευνας, εντοπίζονται δύο τάσεις στην πρόσληψη της οικονομικής κρίσης, με διαφορετική πολιτική ταυτότητα, διαφορετική αξιακή, εργασιακή, ιδεολογική ταυτότητα και διαφορετικές κοινωνικές λογικές. Αυτές οι δύο τάσεις ταυτοποιούν διαφορετικά τον αδύναμο κρίκο της ελληνικής κοινωνίας, παραπέμπουν σε διαφορετική αίσθηση της προσωπικής ευαλωτότητας και οδηγούν σε διαφορετικές μορφές πολιτικής συμμετοχής.

Όπως εξήγησαν οι ερευνητές, η πρώτη από αυτές τις τάσεις προχωρά σε μια συμβιβασμένη και διαπιστωτική προσέγγιση της οικονομικής κρίσης. Ιδεολογικά, κυριαρχεί στο χώρο του Κέντρου, της Δεξιάς και της Άκρα Δεξιάς και θεωρεί πως για τη διαφθορά στην ελληνική κοινωνία ευθύνονται οι πολίτες. Την υποστηρίζουν άτομα με χαμηλή ευαλωτότητα επιβίωσης, που ανήκουν στο εργασιακά λιγότερο ενεργό τμήμα του ελληνικού πληθυσμού. Αυτοί πριμοδοτούν το συντηρητισμό και τον ατομικισμό και αισθάνονται κοντά σε χώρες που ενσαρκώνουν τη δυτική οικονομική κυριαρχία, δικαιολογούν το σύστημα, είναι υπέρ της υψηλής κοινωνικής κυριαρχίας, έχουν χαμηλό μειονοκεντρισμό, ενώ συμμετέχουν σε κόμματα και συνδικάτα.

Η δεύτερη τάση αποτελεί μια κριτική και καταγγελτική προσέγγιση της οικονομικής κρίσης. Ιδεολογικά κυριαρχεί στο χώρο της Αριστεράς και της Άκρας Αριστεράς, θεωρεί πως για τη διαφθορά της ελληνικής κοινωνίας ευθύνονται οι πολιτικοί ενώ την υποστηρίζουν άτομα με υψηλή ευαλωτότητα επιβίωσης, που ανήκουν στο εργασιακά περισσότερο ενεργό τμήμα του ελληνικού πληθυσμού. Αυτοί πριμοδοτούν την αυθυπέρβαση, αισθάνονται κοντά σε χώρες της νέας παγκοσμιοποίησης, ταυτίζονται με «χώρες της κρίσης», καθώς και βαλκανικές και μεσογειακές χώρες. Τέλος, δεν δικαιολογούν το σύστημα, είναι υπέρ της χαμηλής κοινωνικής κυριαρχίας, και έχουν υψηλό μειονοκεντρισμό –δηλαδή πριμοδοτούν τη μη πλειοψηφία. Όσοι εντάσσονται στην τάση αυτή, δημοσιοποιούν την πολιτική τους έκφραση και εκδηλώνουν κινηματική συμπεριφορά.

Η διεθνής οικονομική κρίση και η έξοδος από αυτή

Πρώτο άξονα διερεύνησης αποτέλεσαν τα αίτια της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Οι περισσότεροι από τους ερωτηθέντες θεώρησαν βασικότερη αιτία της την ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος, με δεύτερη δημοφιλέστερη απάντηση τη δολιότητα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Αναφορικά με τους υπεύθυνους της ελληνικής οικονομικής κρίσης, οι ερωτηθέντες καλούνταν να επιλέξουν ανάμεσα στο διεθνή παράγοντα (Ε.Ε., Η.Π.Α., παγκοσμιοποίηση, χρηματοπιστωτικοί οίκοι), το μεγάλο κεφάλαιο (εργοδότες και τράπεζες), τα λαϊκά και «ακραία» στρώματα (ακρο-αριστεροί, μετανάστες, εργαζόμενοι) και την «ελληνικότητά» μας (ελληνικό κράτος, ελληνική νοοτροπία, προηγούμενες κυβερνήσεις) –με την τελευταία να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό υπαιτιότητας.

Ως προς τους τρόπους διαχείρισης της οικονομικής κρίσης, η πλειοψηφία των ερωτηθέντων τάχθηκε υπέρ του δημοσιονομικού εξορθολογισμού και της ανάπτυξης, δηλαδή την παροχή κινήτρων στον επιχειρησιακό κόσμο, τα ελεγκτικά μέτρα που θα πατάξουν τη φοροδιαφυγή και τη μείωση της σπατάλης των δημόσιων υπηρεσιών. Άλλοι τρόποι αντιμετώπισης, όπως η φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου και η ενίσχυση του κράτους-πρόνοιας, θεωρήθηκαν λιγότερο αποτελεσματικοί από τους συμμετέχοντες.

Τέλος, στην ερώτηση πότε θα βγούμε από την οικονομική κρίση, το 50,4% απάντησε από το 2020 και μετά.

Ομφαλοσκοπώντας

Η ευθύνη για τη διαφθορά στην ελληνική κοινωνία αποδόθηκε από το 78,5% των ερωτηθέντων στους πολιτικούς. Μόνο το 21,5% εξ αυτών θεωρεί υπεύθυνους για τη διαφθορά τους πολίτες.

Στην αυτοτοποθέτηση των ερωτηθέντων στην πολιτική κλίμακα, το 33,14% δήλωσε ότι πρόσκειται στο κέντρο, το 26,93% στην αριστερά, το 13,25% απόλυτα αριστερά, το 12,32% δεξιά, το 4,67% απόλυτα δεξιά και το 9,69% αρνήθηκε να δηλώσει πολιτική προτίμηση.

Όπως εξήγησαν οι ερευνητές, οι απόψεις αυτών που δήλωσαν να έχουν κεντρώες πολιτικές πεποιθήσεις ταυτίζονταν συστηματικά με αυτών της δεξιάς. Πιο συγκεκριμένα, αυτές οι συμπορευόμενες ομάδες υποστηρίζουν ότι οι πολίτες ευθύνονται για την πολιτική και οικονομική παρακμή των ευρωπαϊκών κοινωνιών, τάσσονται υπέρ της ανοχής της ελαστικής εργασίας και θεωρούν υπαίτιους της οικονομικής κρίσης τα λαϊκά και «ακραία» στρώματα, ενώ δεν κρατούν κριτική στάση απέναντι στο πολιτικό σύστημα.

Όσοι πρόσκεινται στη δεξιά υποστήριξαν την ευθυδικία, ενώ όσοι τάσσονταν υπέρ αριστερών ιδεών υπογράμμισαν τη σημασία της ισότητας και της ανάγκης. Δηλαδή, υποστήριξαν ότι οι παροχές πρέπει να είναι ίσες για όλους και για όλα τα κράτη, και ανάλογες των αναγκών του καθενός και του κάθε κράτους αντίστοιχα.

Σε επίπεδο αξιολόγησης των αξιών, πιο δημοφιλής ήταν η αξία της καλής προαίρεσης και τελευταία στην κλίμακα αξιολόγησης ήρθε η συμμόρφωση. Υψηλότερης σημασίας για αυτούς που φέρονται να αποδέχονται περισσότερο το υπάρχον σύστημα είναι η αξία της εξουσίας, η επίτευξη των στόχων και η ασφάλεια. Στους συμμετέχοντες που συγκλίνουν με τις αριστερές αντιλήψεις υπερτερεί η καλή προαίρεση, η οικουμενικότητα και η αυτοστόχευση, δηλαδή η ανεξαρτησία και η δημιουργικότητα.

Στην ομάδα των αριστερών πεποιθήσεων περιλαμβάνονταν οικονομικά ενεργοί πολίτες. Αντίθετα, στην ομάδα με τις δεξιές αντιλήψεις εντάσσονταν οικονομικά ανενεργοί πολίτες, δηλαδή κυρίως συνταξιούχοι και φοιτητές. Οι ερευνητές σχολίασαν την εντυπωσιακή παρουσία των φοιτητών στη λιγότερο καταγγελτική ομάδα, λέγοντας ότι στους φοιτητές παρατηρήθηκε το φαινόμενο ναι μεν να βλέπουν το μέλλον δύσκολο, αλλά να μην αντιδρούν άμεσα στο παρόν.

Στην αίσθηση εγγύτητας με άλλους λαούς, οι ερωτηθέντες αισθάνονται πιο κοντά με τις χώρες της Μεσογείου, τις Ορθόδοξες και με τις χώρες της κρίσης, ενώ τη μεγαλύτερη απόσταση νιώθουν με τις μη δυτικές αναπτυσσόμενες χώρες. Όσον αφορά στην εμπιστοσύνη σε επιμέρους τομείς, τη μεγαλύτερη αξιοπιστία απολαμβάνει η Γαλλία με πολύ υψηλά ποσοστά να σημειώνονται στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, της οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας. Στην τεχνολογία προϊόντων, αντίθετα, υπερέχουν η Γερμανία και η Ιαπωνία.

Στον προσανατολισμό της κοινωνικής κυριαρχίας, η αποδοχή και η ενδεχόμενη επιδίωξη των κοινωνικών ανισοτήτων υποστηρίχθηκε από το 9% των ερωτηθέντων ενώ το 91% ψήφισε κατά αυτών.

Τέλος, στην ερώτηση «Σε τι κοινωνία ζούμε;», υψηλότερα ποσοστά συγκέντρωσε η κοινωνία της διακινδύνευσης, ενώ άλλες επιλογές ήταν η πλουραλιστική κοινωνία πολλαπλών δυνατοτήτων, γνώσης και ευκαιριών, καθώς και η κοινωνία συμμόρφωσης, παρακμής και καταστολής.

Ο Σάββας Ρομπόλης, σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, διέκρινε μια γενικευμένη απαισιοδοξία, ανεξαρτήτου σκεπτικού. Επισήμανε την παρουσία των φοιτητών στην πλευρά των πιο συμβιβασμένων ατόμων και υπογράμμισε ότι «Η κοινωνία είναι διχασμένη σε δύο επίπεδα. Σε επίπεδο γενεών, με κορύφωση το ασφαλιστικό και σε κοινωνικό και ταξικό επίπεδο». Τέλος, διευκρίνισε ότι «η κρίση είναι πολυπαραγοντική και στις δύο ομάδες. Και στους δύο πόλους, αυτό που μπορούμε ξεκάθαρα να διακρίνουμε είναι ότι δεν υπάρχει σαφής και συγκροτημένη εναλλακτική λύση».

Η ταυτότητα της έρευνας

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το Εργαστήριο Κοινωνικής και Πειραματικής Ψυχολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου, και συγκεκριμένα από την ερευνητική ομάδα των Στάμου Παπαστάμου, Γεράσιμου Προδρομίτη και Ξένιας Χρυσοχόου, με την αρωγή φοιτητών και φοιτητριών. Διεξήχθη από τις 14 Νοέμβρη έως τις 9 Δεκέμβρη 2010 στο Λεκανοπέδιο Αττικής, ανάμεσα σε 1.177 άνδρες και γυναίκες, 18 ετών και άνω, με τη μέθοδο των συνεντεύξεων με ερωτηματολόγια κλειστών απαντήσεων.

πηγή


Ο Étienne Balibar για την πολιτική ανυπακοή

Η έκκληση προς την πολιτική ανυπακοή, πάντα θεμελιωμένη σε μία ατομική απόφαση δεν παραμένει μία μεμονωμένη έκφραση, αλλά θέτει τη δυνατότητα μίας συλλογικής δράσης και μίας μεταβολής της πορείας των πραγμάτων.

Πολιτική ανυπακοή και όχι ιδιωτική, όπως θα μπορούσε να καταστήσει πιστευτό μία επιπόλαιη μεταγραφή της αντίστοιχης αγγλικής έκφρασης: civil disobedience. Δεν πρόκειται  μόνο για άτομα  που συνειδητά θα εναντιωνόταν στην εξουσία. Αλλά για πολίτες, οι οποίοι σε μία κρίσιμη  περίσταση, αναδημιουργούν την ιδιότητά τους  με μία  δημόσια πρωτοβουλία «ανυπακοής» προς το Κράτος.

Μία τέτοια ενέργεια ανυπακοής είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί; Είναι νόμιμη; Η έκκληση, που προωθήθηκε από τους σκηνοθέτες και υιοθετήθηκε από χιλιάδες πολίτες αυτής της χώρας, για τη μη-εφαρμογή των διατάξεων  του νόμου  «Debré», που αφορούσαν στη δήλωση της διαμονής των αλλοδαπών, ήγειρε τα παραπάνω ερωτήματα. Δεν πρόκειται να σχολιασθούν εδώ οι ξεκάθαροι όροι αυτής της έκκλησης, αλλά να σχολιαστεί η αρχή που τη διέπει. Αυτό επιβάλλεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η πολιτική τάξη (με ορισμένες εξαιρέσεις) αντιμετώπισε την άποψη  των υποστηρικτών της έκκλησης  είτε με το να τους θέτει  εμπόδια,  είτε με το να τους προειδοποιεί με υπεροπτικό τρόπο. Το κράτος δικαίου, η δημοκρατική νομιμότητα, θα μπορούσαν να τεθούν υπό αμφισβήτηση.

Θα ήθελα να διαλευκάνω την αντιπαράθεση εξετάζοντας αυτό που  υπονοεί  μία τέτοια ιδέα ανυπακοής σε σχέση με τον νόμο, την ιδιότητα του πολίτη και την πολιτική ευθύνη. Θα έρθει  λοιπόν η ώρα να αναρωτηθούμε με ποια πλευρά είναι η νομιμότητα και η διαφάνεια σε αυτή την υπόθεση.

Ο Σοφοκλής έβαζε την Αντιγόνη να πει «Οι κυρώσεις  του κράτους δεν θα έπρεπε να εκτείνονται πέρα από τους άγραφους νόμους». Γνωρίζουμε από τον καιρό της θεμελίωσης των δημοκρατιών ότι μία εξουσία είναι νόμιμη στο μέτρο που δεν έρχεται σε αντίφαση  με  συγκεκριμένους ανώτερους νόμους της ανθρωπότητας. Ίσως  η αναπαράσταση στην οποία  μπορεί κανείς να προβεί για να περιγράψει  τις καταβολές αυτών των νόμων  έχει εξελιχθεί. Μολαταύτα, το περιεχόμενό τους μένει πάντα το ίδιο: είναι ο σεβασμός των ζωντανών και των νεκρών, η φιλοξενία, το απαραβίαστο του ανθρώπινου όντος, η μη-παραχάραξη της αλήθειας. Οι νόμοι αυτοί διακηρύσσουν  τις αξίες που επιτρέπουν σε μία πολιτική κοινότητα να διακρίνει  το δίκαιο και τη δικαιοσύνη, και που μία κυβέρνηση ή ένα Κράτος οφείλουν να τις διαφυλάξουν με κάθε κόστος.

Τέτοιοι άγραφοι νόμοι είναι υπεράνω οποιασδήποτε περιστασιακής νομοθεσίας, και γενικότερα οποιουδήποτε θετικού νόμου. Γι’ αυτό το λόγο τη στιγμή που οι πολίτες διαπιστώνουν μία ολοφάνερη αντίφαση ανάμεσα σε αυτές τις δύο μορφές νόμων, έχουν ως καθήκον να μεταφέρουν τη διένεξη στο δημόσιο χώρο, διακηρύσσοντας την υπακοή τους στους άγραφους νόμους, σε βάρος της υπακοής στο θετικό δίκαιο. Με αυτή τους την πράξη οι πολίτες αναδημιουργούν τις προϋποθέσεις μίας νομοθεσίας  ή της «γενικής βούλησης». Δεν επιτίθενται στην έννοια του νόμου, αλλά την υπερασπίζουν.

Έκτος από το να υποθέτουμε  κυβερνήσεις και λαούς τέλειους, μπορεί να δει κανείς  καθαρά ότι εάν μία τέτοια δημόσια έκθεση των αντιφάσεων ανάμεσα στους άγραφους και στους γραπτούς νόμους δεν πραγματοποιούταν   ανά τακτά χρονικά διαστήματα, τότε η ισχύς  του νόμου θα εκφυλιζόταν σε συμφέρον του Κράτους. Το τελευταίο αποτυπώνεται στην άποψη σύμφωνα με την οποία οι τυπικές προϋποθέσεις των νόμων (η υιοθέτηση τους από ένα περιοδικά εκλεγόμενο κοινοβούλιο, η συνταγματικότητά τους, κ.τ.λ), προφανώς αναγκαίες, θα ήταν επίσης και επαρκείς. Μία τέτοια  καθαρά κρατικιστική αντίληψη διαφαίνεται στις δηλώσεις του υπουργού δικαιοσύνης, που μπορούν  να συνοψιστούν στο παλιό ρητό «ο νόμος είναι νόμος».

Από την άλλη πλευρά, η ιστορία του δημοκρατικού κράτους στη Γαλλία, μαζί με τα   επεισόδιά δειλίας και ηρωισμού που τη συνοδεύουν, από την υπόθεση  Dreyfus ως την αντίσταση, και από την διακήρυξη των 121 έως τη δίκη Bodigny, δεν στερείται παραδειγμάτων της διαδικασίας σύμφωνα με την οποία οι ουσιώδεις προϋποθέσεις της υπακοής στο νόμο βρίσκονται αναθεμελιωμένες μέσω της άρνησης αποδοχής  των άδικων  αποφάσεων της πολιτικής ή δικαστικής εξουσίας.

Με αυτό το εμφανές παράδοξο μίας θεμελιώδους παραβίασης, βρισκόμαστε στην καρδιά της σχέσης ανάμεσα στην ανυπακοή και στην ιδιότητα του πολίτη. Αυτή η σχέση όμως  έχει ακόμα πιο συγκεκριμένες βάσεις  στο γαλλικό σύνταγμα, καθώς το τελευταίο  αρχίζει με τη Διακήρυξη  των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη.

Η προαναφερθείσα  σχέση  δεν λειτούργησε πάντα στα πλαίσια του συντάγματος. Ενδεικτικό παράδειγμα αυτής της δυσλειτουργίας είναι ότι το ζήτημα του να γνωρίζουμε με ποια έννοια  πρέπει να εκλαμβάνονται οι διατυπώσεις της Διακήρυξης, που καταγράφουν τα «θεμελιώδη δικαιώματα» ως δεσμευτικές για το νομοθέτη,  παραμένει ενοχλητικό για τους νομικούς. Καμία έκπληξη ως προς το τελευταίο καθώς  η Διακήρυξη διατυπώνει αυτό που συγκροτεί τον άνθρωπο σε ενεργό πολίτη: απευθύνεται  αφ’ ενός στην πολιτική δυνατότητα του λαού να μην εξουσιοδοτεί εκπροσώπους και αφ ΄ετέρου στις ευθύνες που απορρέουν από αυτή τη δυνατότητα για τα άτομα που συνθέτουν το λαό. Με αυτό τον τρόπο η Διακήρυξη αναπαριστά, μέσα στο ίδιο το σύνταγμα, την «συγκροτησιακή εξουσία» του λαού που υπερβαίνει κάθε θεμελιώδη θεσμό και συγκροτεί  το δημοκρατικό  χαρακτήρα του συντάγματος.

Επιπλέον, η Διακήρυξη θέτει ως δικαιώματα «φυσικά και απαράγραπτα» (άρθρο 2) «την ελευθερία, την περιουσία, την ασφάλεια και την αντίσταση στην καταπίεση». Η ιστορία είναι επιφορτισμένη να μας διδάξει τη μόνιμη επικαιρότητα αυτής της τελευταίας έννοιας, που δεν συνιστά απλά μία αναφορά στην ιδιαίτερη  γλώσσα των επαναστατικών εποχών. Αντίθετα, η έννοια της αντίστασης στην καταπίεση  υποβάλλεται  περιοδικά σε δοκιμασία και η σημασία της  αποσαφηνίζεται.

Μέσα από τις  μεταπτώσεις της μεταναστευτικής πολιτικής – την οποία όλες οι εν συγχύσει βρισκόμενες κυβερνήσεις, ανάγουν σε μία πολιτική εναντίον των μεταναστών, οι οποίοι θεωρούνται εκ των προτέρων παράνομοι – θα ήταν πιθανό να ζήσουμε μία από αυτές τις κρίσιμες εμπειρίες. Το ευεργέτημα  αυτής της εμπειρίας  θα ήταν να ανανεώσει για την σύγχρονη γενιά την αντίληψη ότι η  αντίσταση στην καταπίεση δεν αφορά μόνο στην καταπίεση στην οποία  υποτάσσει κανείς τον εαυτό του, αλλά επίσης και στην καταπίεση που υποτάσσει τους άλλους. Το ότι αυτά τα δύο πρέπει να είναι αχώριστα, και το ότι αυτό πρέπει να είναι το νόημα της ελευθερίας και της ισότητας, όχι μόνο δεν το αρνείται η Διακήρυξη, αλλά, με μία προσεκτικότερη παρατήρηση, το υπονοεί.

Γνωρίζουμε ότι  κανείς θα μας αρνηθεί την ευκαιρία, την ισορροπία (ο κύριος  Juppé  αποφεύγει να ισχυριστεί ότι ο νόμος Debré είναι δίκαιος, ή ότι είναι σωστός), δηλαδή τους αναγκαίους συμβιβασμούς με την πραγματικότητα, όταν αυτή δεν συμβαδίζει με την σιωπηλή πλειοψηφία (η οποία φοβόμαστε ότι δεν  αντιπροσωπεύεται από τον Jean Marie Le Pen). Ας αφήσουμε εδώ τον καθένα να στοχαστεί αυτό που παρήγε, εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια, ο ρεαλισμός όσον αφορά στον έλεγχο της κυκλοφορίας εργατικού δυναμικού, στην ενσωμάτωση των  ξένων στη Γαλλία ή στην διαμόρφωση του δημόσιου πνεύματος. Όλα αυτά δεν αποκλείουν το ερώτημα: η πολιτική ανυπακοή μπορεί να είναι μία πολιτικά υπεύθυνη πράξη; Κάτω υπό ποίες προϋποθέσεις;

Η πρώτη προϋπόθεση είναι ότι βρισκόμαστε σε μία κρίσιμη κατάσταση. Αυτή είναι η περίπτωση από τη στιγμή που ο εκφυλισμός του κράτους δικαίου οδηγεί στη διαδικασία υπέρβασης ενός ορίου, πέραν του οποίου η αρχή μίας καθημερινής διάκρισης  εναντίον των ξένων και μίας επιτήρησης αυτών που τους υποδέχονται, τους βοηθούν ή συναναστρέφονται μαζί τους, θα ήταν ρητά εγγεγραμμένη στον νόμο. Γι΄ αυτό το λόγο το κυβερνητικό επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο προηγούμενες  νομοθετικές διατάξεις προσανατολιζόταν ήδη προς αυτή τη κατεύθυνση χωρίς να έχουν αμφισβητηθεί (αυτό που μένει να δειχθεί), ακόμα και αν καταδεικνύει τις επιμερισμένες σε όλη την πολιτική τάξη ευθύνες  (για ποιο λόγο να τις αποστερηθεί;) δεν στρέφεται κατά της νομιμότητας του σύγχρονου κινήματος δυσαρέσκειας. Όσο ο καιρός περνά, τόσο η κρισιμότητα οξύνεται.

Η δεύτερη προϋπόθεση, είναι ότι η έκκληση προς την πολιτική ανυπακοή, πάντα θεμελιωμένη σε μία ατομική απόφαση δεν παραμένει μία μεμονωμένη έκφραση, αλλά θέτει τη δυνατότητα μίας συλλογικής δράσης και μίας μεταβολής της πορείας των πραγμάτων. Θα εστιάσουμε σύντομα πάνω σε αυτό το σημείο. Αυτή η προϋπόθεση δεν είναι άσχετη μίας τρίτης που ισχύει καθαρά στην περίπτωση της έκκλησης των σκηνοθετών: πρόκειται για μία έκκληση αποτρεπτική. Η κυβέρνηση μπορεί ακόμα να αλλάξει γνώμη. Η ανυπακοή την οποία η κυβέρνηση αμφισβητεί, τίθεται υπό όρους: δεν αποσκοπεί στο να επισπεύσει το αδιόρθωτο, αλλά στο να το εμποδίσει  ούσα αποφασισμένη να το αντιμετωπίσει.

Η τελευταία προϋπόθεση είναι ότι η πολιτική ανυπακοή αποδέχεται τις συνέπειες που αρμόζουν σε αυτή: τον κίνδυνο που εμπεριέχει γι΄ αυτούς που την ασκούν, αυτό είναι ευνόητο, αλλά επίσης και τις συνέπειές της  στο πολιτικό πεδίο. Όμως, η διακύβευση  της στιγμής είναι η επάνοδος του φασισμού στη Γαλλία και  η ακούραστη διεκδίκηση μίας ξενοφοβικής νομοθεσίας συνιστά ένα ουσιώδες συστατικό αυτής της επανόδου. Ορισμένοι απευθύνονται σε αυτούς που υπέγραψαν την έκκληση των σκηνοθετών λέγοντας τους ότι με το να αποδεικνύετε αυτό που επικαλείται η άντι-Γαλλία, ή με το να θέτετε εμπόδια στην μάχη εναντίον της παράνομης μετανάστευσης που είναι η δικαιολογία πάνω στην οποία το εν λόγω κίνημα κεφαλαιοποιεί, μεταφέρετε νερό στο μύλο του φασισμού. Το παραπάνω επιχείρημα υποθέτει την αποδοχή ότι η δημοκρατία μπορεί και επιβιώνει  εφαρμόζοντας την πολική των αντιπάλων της, και ενισχύει την θέση της αρνούμενη ,στο όνομα της εθνικής συναίνεσης  να αποφασίσει ανάμεσα σε ασυμφιλίωτες αρχές. Αυτοί που υπερασπίζονται την ελευθερία της διακίνησης, το καθήκον της φιλοξενίας, τα κατοχυρωμένα δικαιώματα των κατοίκων, πραγματοποιούν, το βλέπει κανείς, τον αντίστροφο συλλογισμό. Ζητούν από  όλους εμάς να επιλέξουμε το δικό μας στρατόπεδο, τη δική μας αλήθεια. Προσπαθούν να κάνουν «ακόμα μία προσπάθεια για να είμαστε δημοκρατικοί»  και να παραμείνουμε έτσι στα χρόνια που θα έρθουν.

Είτε πρόκειται για την ουσία του νόμου, είτε για την προσφυγή στο δικαίωμα  αντίστασης, ή των ευθυνών, παρατηρεί κανείς ότι όλες οι αποφάσεις που ενέχονται  σε μία τέτοια πράξη ανυπακοής εμπεριέχουν ένα μη-αναγώγιμο κομμάτι υποκειμενικότητας. Οι αποφάσεις αυτές δεν θα επιθυμούσαν την εξαίρεσή τους από τους υπάρχοντες κανόνες. Στοχεύουν λοιπόν σε αυτό που σε άλλες εποχές θα μπορούσε κανείς να είχε αποκαλέσει στοίχημα,ή δέσμευση. Στην προκειμένη περίπτωση οι αποφάσεις αυτές  απαντούν εξ’ ίσου στην δέσμευση απέναντι στους «Δίχως Χαρτιά», και απέναντι στην επίδειξη κουράγιου  και υπευθυνότητας πού , εδώ και μήνες, έχουν δημόσια δείξει. Αυτό το υποκειμενικό στοιχείο δεν είναι εξωτερικό ως προς το πολιτικό, είναι το αναγκαίο αντιστάθμισμα απέναντι στον κίνδυνο αυθαιρεσίας της εξουσίας, το δημοκρατικό αντίστοιχο της κρίσιμης κατάστασης. Η δοκιμασία αλήθειας που αρχίζει έτσι θα επέχει αξία συλλογικού τεστ, τόσο για τους κυβερνώντες όσο και για τους κυβερνώμενους. Δεν είναι υπερβολή να δούμε με αφορμή αυτή την υπόθεση ένα μεγαλειώδες κάλεσμα των πολιτών το οποίο θα απευθύνεται  σε ολόκληρο το έθνος.

*Το κείμενο αυτό είναι το δεύτερο κεφάλαιο από το βιβλίο του Balibar με τίτλο   Droit de Cite: Culture et politique en democracie, σελ 17-22 το οποίο εκδόθηκε το 1998 από τις εκδόσεις L’aube και αποτελεί συλλογή άρθρων του συγγραφέα στον έντυπο και περιοδικό τύπο. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα  Le Monde  στις 19 Φεβρουαρίου  1997 με τον τίτλο «Κατάσταση δημοκρατικής κρισιμότητας».

Ύστερα από τη δημοσίευση του  νομοσχεδίου «Debré» που συμπλήρωνε τη νομοθεσία «Pasqua» σχετικά με τις συνθήκες εισόδου και παραμονής των ξένων στη Γαλλία, το οποίο προέβλεπε κυρίως την υποχρέωση όλων των ατόμων που φιλοξενούν ένα ξένο να δηλώσουν στην αστυνομία την άφιξη και την αναχώρηση του, μία ομάδα σκηνοθετών κινηματογράφου προώθησε μία έκκληση (η οποία τελικά προσέλκυσε αρκετές χιλιάδες υπογραφές)  δηλώνοντας ότι οι υπογεγραμμένοι είχαν φιλοξενήσει και θα φιλοξενούσαν ξανά ξένους με «παράνομη» παραμονή στην εθνική επικράτεια. Η έκκληση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις μεταξυ των οποίων και αυτή του ίδιου του πρωθυπουργού, Alain Juppé, ο οποίος, στο φύλο της Le Monde  στις 26 Φεβρουαρίου 1997, κατήγγειλε  την προσβολή  προς την εξουσία του κράτους.

Μετάφραση: Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος

πηγή


Τα ΜΑΤ περικύκλωσαν το Πολυτεχνείο για να εμποδίσουν συνέλευση για τα ΜΜΜ!!

Οταν οι εργαζόμενοι των ΜΜΜ, επιβάτες και αλληλέγγυοι πήγαν στο Πολυτεχνείο, σήμερα Σάββατο 5/2, για την προγραμματισμένη απο καιρό ανοιχτή συνέλευση τους, αντίκρυσαν εκατοντάδες ΜΑΤατζήδες να έχουν περικυκλώσει τον χώρο απαγορεύοντας την είσοδο στο Πολυτεχνείο. Προκειται για μια σαφή παραβίαση του ασύλου έστω και αν τα ΜΑΤ δεν ειχαν μπει μεσα στο Πολυτεχνείο.

Η κυβέρνηση τρομοκρατημένοι απο την ανάπτυξη του κινήματος ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ μετά τις τρομοκρατικές διώξεις ενάντια σε 9 μέλη του κινήματος ενάντια στα διόδια, στις Αφίδνες, χρησιμοποιεί την ωμή βία των δυνάμεων καταστολής.

Να ξέρουν ότι δεν μας φοβίζουν. Αντίθετα μας εξοργίζουν .

Το κίνημα του ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ την κρίση τους, θα δώσει μια ηχηρή απάντηση στους τζαμπατζήδες υπουργούς και τα παπαγαλάκια τους των ΜΜΕ.

Η πρώτη απάντηση θα δωθεί την Κυριακή 6/2 στα διόδια όλης της χώρας και στην Αττική οδό.

Οι συναγωνιστές, εν τω μεταξύ, πραγματοποιούν την συνέλευση τους για τα ΜΜΜ σε άλλον χώρο προκειμένου να αποφασίσουν την παραπέρα συνέχιση του αγώνα τους.

Απο :http://epitropesdiodiastop.blogspot.com/


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.